Home
Up

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΩΥΣΗ ΜΩΥΣΙΑΔΗ

 

Ο Μωυσής Μωυσιάδης γεννήθηκε στο χωριό Κιλαπέρτ της επαρχίας Αρταχάν του Νομού Κάρς, που ανήκει σήμερα στην Τουρκία. Κατάγεται από μεγάλη οικογένεια αγωνιστών Ελληνοποντίων της περιοχής Αργυρουπόλεως.

Οι Μωϋσάντοι ήσαν από αυτούς, που υποχρέωσαν οι Μουσουλμάνοι να επιλέξουν μεταξύ προσηλυτισμού και θανάτου. Διαφεύγουν από την πόλη της Κυμισχανέ (Αργυρούπολη) και καταφεύγουν σε κωμόπολη της νοτιότερα εκτεινόμενης κοιλάδας με το όνομα Κιαλαχπούρ (κατά τις μαρτυρίες επιζώντων μεχρι το 1970 γερόντων). Σήμερα στην περιοχή υπάρχει το χωριό Μπαλαχούρ αλλά δεν έγινε δυνατόν να εξακριβώσουμε με ασφάλεια αν πρόκειται για τον αυτό οικισμό. Το καταφύγιό τους προδίδεται στους διώκτες τους, και έτσι η οικογένεια αναγκάζεται σε νέα φυγή προς ορεινότερο οικισμό του οποίου το όνομα μένει άγνωστο (περί του γεγονότος δεν είχε μαρτυρίες ούτε ο ίδιος ο Μωυσής, μας εξιστορήθηκε από τρίτους).

Φαίνεται ότι η οικογένεια έχει διασπαρεί για λόγους ασφαλείας και οι άνδρες συχνά απουσιάζουν με σκοπό τον βιοπορισμό εκτός πατρίδος. Περί τα μέσα του 19ου αιώνα ο Κόλιας (19 ετών τότε) μετέχει σε ομάδα γυρολόγων σαν «χαλαϊτσής». Πλουτίζει κάνοντας εμπόριο μαλιού μεταξύ Οδυσσού και Τραπεζούτος και μετακομίζει με όλη την οικογένεια εντός Ρωσικού εδάφους στον Καύκασο και σύντομα εγκαθίσταται μόνιμα στο Κιλαπέρτ. Αποκτάει πέντε παιδιά (τρία γνωστά) εκ των οποίων ο μικρότερος Λάζαρος Μωυσιάντ αποκτά με την Αγαθή Αγαθάντ 16 παιδιά. Ο 13ος είναι ο Μωυσής γεννημένος το έτος 1911.

Υφίσταται τις συνέπειες των πολεμικών γεγονότων της δεκαετίας με την σφαγή των Αρμενίων, την φυγή προς τα χριστιανικά χωριά της Γεωργίας, την επάνοδο με την επέλαση των Ρώσων, την υποχώρηση, την νέα φυγή, τον ξεριζωμό, την τραγική υποδοχή στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης και την εγκατάσταση στην Νέα Ζωή Πέλας. Κατά την διάρκεια του πρώτου έτους μετά τον καταυλισμό της Καλαμαριάς χάνει τις δύο μικρότερες αδελφές του, την Μητέρα του και τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς. Ο πατέρας είχε ήδη πεθάνει στον Πόντο. Λύση στην τραγική κατάσταση δίνει το οικοτροφείο Εδέσης, όπου παίρνει την πρώτη νεοελληνική μόρφωση και εγγράφεται στην Μέση Γεωπονική Σχολή των Σερρών. Το 1930 αποφοιτά και διορίζεται στην σαν Γεωπόνος στην Γεωπονική Σχολή Μεσαράς Κρήτης. Από το 1932 εργάζεται στο Ινστιτούτο Καλυτερεύσεως Φυτών στην Θεσσαλονίκη, απασχολείται για λίγο χρονικό διάστημα στην Πτωλεμαϊδα και από το 1937 μετατίθεται στην Ορεστιάδα Έβρου.

Το 1939 γνωρίζεται και μνηστεύεται με την Ανζέλα Βίτμαν. Το καλοκαίρι του 1940 πριν τον προγραμματισμένο γάμο καλείται στα νέα όπλα στο πεδινό πυροβολικό των μονάδων της Ηπείρου. Κατά την διάρκεια των (ασκήσεων) κηρύσσεται ο πόλεμος. Επιστρέφει με την υποχώρηση τον Απρίλιο του 1941, παντρεύεται με Βούλγαρο Δεσπότη την Ανζέλα και μετακομίζει στην Θεσσαλονίκη, όπου ζει το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειας. Εδώ εν μέσω κατοχής αποκτά το Γιαννάκη το 1942.

Παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα άνεργος, υποαπασχολούμενος σε διάφορες βοηθητικές εργασίες και το 1949 διορίζεται σαν καθηγητής Γεωπόνος στην σχολή που σπούδασε, που όμως έχει υποβαθμισθεί σε Αγροτικό Ορφανοτροφείο Αρρένων Σερρών. Το 1950 αποκτά δεύτερο υιό τον Νίκο.

 

 

Κατά την διάρκεια της εργασίας του στο Ορφανοτροφείο Σερρών εκδηλώνει τις ανησυχίες του με σειρά παραγωγικών δραστηριοτήτων μεταξύ των οποίων:

Σχεδιάζει και διαμορφώνει τα δημόσια πάρκα που ευρίσκονται κάτω από την εποπτεία ή τον έλεγχο της Νομαρχίας Σερρών.

Αναλαμβάνει τις καλλιτεχνικές και λοιπές εμφανίσεις των μαθητών του Ορφανοτροφείου στις Δημόσιες εκδηλώσεις.

Οργανώνει και εκτελεί πειραματική καλλιέργεια μανιταριών και προωθεί προγράμματα ανάπτυξης μεθόδων παραγωγής σπόρου, πράγμα που εκείνη την εποχή θεωρείται επαγγελματικό μυστικό εταιρειών του εξωτερικού.

Γράφει χρονογραφήματα στην νεοελληνική ή και την ποντιακή διάλεκτο σε διάφορες εφημερίδες.

Το 1972 συνταξιοδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο και ασχολείται με τον κήπο και τις αναμνήσεις του. Το 1992 εκδίδει ένα επιστημονικό πόνημα με ανθολογία των γνώσεων και εμπειριών, που απέκτησε ασκώντας το επάγγελμα του Γεωπόνου από την εποχή των σπουδών του μέχρι το τέλος της υπηρεσίας του. Ο «Τροχός της Ζωής» περιέχει γνώσεις και συμβουλές στους τομείς της βιολογίας, βρωματολογίας, υγειϊνής, φυσιολογίας κλπ.

Την 1η Οκτωβρίου του 1998 χάνει την σύζυγό του Ανζέλα. Αντέχει έξη ακόμη μήνες. Φεύγει την 21η Απριλίου του 1999 σε ηλικία 88 ετών.

Στο όνομά του και στην γενειά που αντιπροσωπεύει τα παιδιά του Ιωάννης και Νίκος Μωυσιάδης αφιέρωσαν το ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ της πόλης των Σερρών.