Home
Up

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΖΕΛΑΣ ΜΩΥΣΙΑΔΟΥ

Από ελληνολάτρη ευγενή Αυστριακό πατέρα καθολικό στο θρήσκευμα και ευκατάστατη προσφυγοπούλα από την Προύσα γεννήθηκε στα ταραγμένα χρόνια του 1ου πολέμου το 1917 στην Ανδριανούπολη σε ένα περιβάλλον όπου ομιλούνται σε καθημερινή βάση περισσότερες από 4 γλώσσες. Μετά τα δραματικά γεγονότα του 1922 και την διαμόρφωση των νέων συνόρων η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αλεξανδρούπολη και η μικρή Mari-Jojefine-Anjel Wittman βρίσκει πατρίδα αλλά χάνει την μητέρα της. Σε ηλικία 6 ετών το 1924 μένει ορφανή, αφού με άδεια του καθολικού επισκόπου παίρνει πρόωρα την prima communione, έτσι για να την δει νυφούλα η ετοιμοθάνατη μανούλα. Μετά τον σπαρακτικό αποχωρισμό αποκτά μητριά, έτσι από την μία μέρα στην άλλη. Τα ήθη της εποχής επιβάλλουν σχεδόν την εξαφάνιση κάθε ίχνους μνήμης της νεκρής προκατόχου. Η συνήθης και απόλυτα κοινωνικά αποδεκτή πρακτική στην τάξη των ευπόρων οικογενειών είναι η υιοθεσία από συγγενική οικογένεια. Μία ανάλογη πρόταση γίνεται από άτεκνο και ευκατάστατο θείο, δεν γίνεται όμως δεκτή, όπως φαίνεται για λόγους γοήτρου αλλά και κατόπιν της δραστικής άρνησης της καθολικής ιεραρχίας. Η αθλιότητα των δογματικών ερίδων καταρράκωσε ολόκληρα έθνη, δεν θα σταματούσε στον πόνο ενός κοριτσιού.

Τα 17 παιδικά και εφηβικά χρόνια που ακολουθούν είναι μία τραγωδία. Κάποιο ηθικό στήριγμα προσφέρεται μόνο από ορισμένους συγγενείς όλων των πλευρών, το σχολείο (Ουρσουλίνες καλόγριες με γαλλο-ιταλική κουλτούρα), την ετεροθαλή αδελφή της που την λατρεύει και τον Θεό. Αλλά ποιο στήριγμα αφού το κάθε στοιχείο αντιστρατεύεται τα λοιπά και αποτελεί μέρος του προβλήματος; Τι στήριγμα να προσφέρουν οι συγγενείς όταν το τρυφερό πλασματάκι βρίσκεται στο μέσο μιας οικογενειακής διαμάχης; Τι να ελπίζει από ένα Θεό όταν οι εκπρόσωποί του διαμελίζουν βίαια την ψυχούλα του συνεπαρμένοι και τυφλοί από την αντιζηλία τους; Από ένα σχολείο που οι δασκάλες δεν γνωρίζουν καλά Ελληνικά, αλλά μάλλον δρουν υπέρ του Βατικανού με ανθελληνικά κίνητρα;

1939. Ομως φαίνεται πως υπάρχει Θεός. Στον στενό κύκλο των καθολικών της μικρής πόλης ο γάμος της καθολικής κοπέλας αποτελεί πρόβλημα. Και εδώ η τρυφερή ψυχούλα επαναστατεί. Στο δρόμο της βρίσκεται άλλο ένα πληγωμένο παλικάρι. Ο Μωυσής είναι προσφυγόπουλο ορφανός από τα 8 του, απόφοιτος ορφανοτροφείου και γεωπονικής σχολής, αλλά ευφυέστατος και ευαίσθητος αρκετά για να γεμίσει το ηθικό κενό στο περιβάλλον της Ανγέλ αν και ορθόδοξος. Την γνωρίζει στην Ορεστιάδα όπου υπηρετεί, την αρραβωνιάζεται και φεύγει για το μέτωπο.

1941 ‘Ηττα και επιστροφή. Ο γάμος σε κανονικές συνθήκες θα ήταν προβληματικός, ακόμη σήμερα κάποιοι μικρόψυχοι κληρικοί προβάλλουν κωλύματα ή απαιτούν κολυμβήθρες και απαράδεκτες συμπεριφορές σε μέλη του άλλου δόγματος, έστω και με την βεβαιότητα της βάφτισης των απόγόνων. Όμως τώρα στην Αλεξανδρούπολη υπάρχει Βούλγαρος δεσπότης. Είναι κωμικό πως μία συμφορά αποτελεί κάποτε ευτυχή συγκυρία. Ο Βούλγαρος δεν διστάζει να πάρει την ευκαιρία. «Όχι παιδιά μου, δεν είναι αμαρτία η ένωσή σας, αμαρτωλοί είναι όσοι σας την αρνηθούν». Το νέο ζευγάρι παντρεύεται και φεύγουν για την Θεσσαλονίκη, την φτώχια, τον αγώνα της επιβίωσης και την όποια ευτυχία.

1942 Το κορίτσι μας γίνεται μανούλα – βασίλισσα. Οι πρώτες φωτογραφίες που την δείχνουν ευτυχισμένη, με το χαμόγελο του θριάμβου, στα πάρκα, στο σχολείο (της κοπτικής) σαν μαθήτρια ή σαν δασκάλα, παντού. Παντού με το σκήπτρο, το σύμβολο της εξουσίας και του πλούτου της, το καμάρι της, τον Γιαννάκη της. 1943-1949 αγώνας φτώχια βιοπάλη. Μοδίστρα, δασκάλα κοπτικής, καπελού, βοηθός στον πάντα χαμηλόμισθο και ενίοτε άνεργο Μωυσή.

1949 Ο Μωυσής διορίζεται στις Σέρρες. Τον άλλο χρόνο γίνεται μαννούλα άλλη μία φορά και εγκαθίστανται στον προσφυγικό συνοικισμό των Αγίων Αναργύρων. Τώρα την θυμάμαι. Εκτιμάει και την εκτιμούν όλοι. Καλημερίζει με αγάπη και χαμόγελο στη γειτονιά, αλλά τα απογέματα δεν κάνει κουτσομπολιό στις αυλές, φεύγουμε για επίσκεψη στην δική της παρέα. Ηλικιωμένες κυρίες κάποιας μόρφωσης, δασκάλες κλπ. όπου η συζήτηση έχει ενδιαφέρον και λογικό προϊόν, έχει ανησυχίες, προβληματισμούς και αποφάσεις. Κάθε πρόβλημα κοινωνικό ή οικογενειακό στην μικρή κοινωνία, και οι γειτόνισσες θα τρέξουν. Κυραντζέλα εσύ ξέρεις καλλίτερα, τι λες να γίνει. Η απάντηση έτοιμη «αυτό δεν πρέπει να το μάθει κανείς, εκείνο θα το κάνουμε μόνες μας, στο άλλο θα μας βοηθήσει ο παπάς, στο τελευταίο δεν μπορεί κανείς, ο Θεός ξέρει.

Δύο παραδείγματα:

Η κοπέλα ήταν πολύ φτωχή. Ο λοχίας δεν αποφασίζει το γάμο. Οι μέρες για την γέννα πλησιάζουν. Η Ανζέλα συμβουλεύει μία ταπεινή τελετή ολίγων παρόντων ένα Σάββατο απόγεμα. Ο παπάς ενημερώνεται, μαζεύονται από την γειτονιά παλιές μπονμπονιέρες και όλα ετοιμάζονται αθόρυβα. Ο γαμπρός όμως καθυστερεί, το μετανιώνει, καταστροφή. Ένα βράδυ κτυπά η πόρτα. Κυραντζέλα γέννησε, τι να κάνω θα τρελαθώ. Είναι η γιαγιά. Η Ανζέλα τρέχει αμέσως στο νοσοκομείο στο γραφείο του διευθυντού για να μην καταγραφεί το γεγονός. Αυτό είναι δυνατό για λίγες ώρες, την επομένη το βιβλίο πρέπει να συμπληρωθεί. Βράδυ σπίτι του παπά. «Πάτερ να πιέσουμε τον νεαρό». Στο στρατόπεδο με τον αξιωματικό υπηρεσίας. Ο λοχαγός καλεί το λοχία. «Την αγαπάς ρε; Ντύσου και δρόμο, εγώ κουμπάρος». Ο γάμος έγινε τα μεσάνυκτα στη μαιευτική του Γενικού Νοσοκομείου. Μάρτυρες οι νοσοκόμες, παριστάμενοι οι συνασθενείς του θαλάμου, φωτισμός τα κεράκια. Και ήταν όμορφα. Την άλλη μέρα ο μπέμπης είχε μπαμπά.

 

Παρόμοιες ιστοριούλες έγιναν πολλές.

1958 ιδρύεται η φιλόπτωχη αδελφότητα της ενορίας. Πρόεδρος ο Παπαθανάσης, ταμίας, ψυχή και νούς η Ανζέλ. 6 με 8 γριούλες στην πλειοψηφία εντελώς άπορες βρίσκουν αξιοπρεπή τρόπο επιβίωσης. Όταν μετά τέσσερα χρόνια μετακομίζουμε, η φιλόπτωχη αδρανεί, αλλά η Ανζέλα αθόρυβα επισκέπτεται Χριστούγεννα και Πάσχα τις γριούλες της. Χριστούγεννα 1973, με παρακαλεί να την μεταφέρω με το αυτοκίνητο πλέον στον προορισμό της. Μεγάλωσα πια παιδί μου, είναι μακριά κρύο και βράδυ. –Και γιατί να πάμε βράδυ (την ρωτώ). –Γιατί και οι γριούλες έχουν αξιοπρέπεια παιδί μου.

Γιατί η Ανζέλα μας γνώριζε ότι οι κακοί άνθρωποι στη νύχτα κρύβουν τις κακές τους πράξεις, και οι καλοί καθαγιάζουν τις καλές. Γιατί τις καλές πράξεις που δε φαίνονται δεν τις κάνουν οι άνθρωποι, τις κάνει ο Θεός.

 

Και τώρα μία γλυκειά εκδίκηση.

Δύο τρείς φορές το χρόνο την επισκέπτεται ο υπεύθυνος του γεωγραφικού διαμερίσματος Καθολικός παπάς-ιεραπόστολος. Φορούσε το πιο καλοπροαίρετο χαμόγελο που μπορούσε και την πίεζε να επαναφέρει (την τάξη) κάνοντας τα παιδιά της καθολικά.

-Πάτερ και εμένα θέλανε να με υιοθετήσουν και η καθολική εκκλησία αρνήθηκε γιατί έπρεπε να πάρω το θρήσκευμα του πατέρα μου. Τώρα και αυτά τα παιδιά έχουν πατέρα.

Και τα παιδιά της τα έκανε χριστιανούς, και καλούς χριστιανούς. Μόνο που κάποιο απόγεμα, που έμενε μόνη στο δωμάτιο, άνοιγε κάποιο συρτάρι του κομοδίνου και έβγαζε ένα περίεργο μακρύ κομπολόϊ και ένα βιβλιαράκι. Προσευχητάρι στα λατινικά, ριζάρι, ευλάβεια και νοσταλγία από τα πικραμένα νιάτα της. Ίσως και κάποιο δάκρυ που και που.

1960 Η μεγάλη επανάσταση. Πρώτη φορά που δεν σέβεται την γνώμη του συζύγου της. Εν χωρώ όλη η οικογένεια πιέζει το Γιάννης να ακολουθήσει αδαπάνως σπουδές που δεν επιθυμεί. Η Ανζέλ παρεμβαίνει και με κίνδυνο οικονομικής καταστροφής αφού ο μισθός του δημόσιου υπάλληλου πατέρα δεν επαρκεί ούτε για τα συγγράμματα της χρονιάς, αλλά με πλήρη ευθύνη δεν μπορεί να αδικήσει το παιδί της, όπως λέει. Το τι είμαστε σήμερα το οφείλουμε σχεδόν καθ΄ ολοκληρία σε αυτό τον άγγελο. Ο καλός Θεός έδωσε και ο Γιάννης πέρασε υπότροφος στο Ε.Μ.Π. Την επόμενη χρονιά αρχίζουν προγράμματα εκμάθησης Γαλλικής γλώσσας στα γυμνάσια. Η Ανζέλ τα Γαλλικά τα μιλάει από παιδί σαν καθημερινή γλώσσα. Παραδίδει μαθήματα με επιτυχία, αγαπάει τα παιδιά και την αγαπούν. Εργάζεται και ο Γιάννης εκγυμνάζοντας υποψηφίους στην Αθήνα, και τελειώνει αξιοπρεπώς το Πολυτεχνείο του το 1965.

1968 Εισάγεται στο Ε.Μ.Π. και ο Νίκος επίσης με υποτροφία. 10.500 δρχ. της εποχής αντιστοιχούν με τέσσερεις περίπου μισθούς. Την ημέρα της είσπραξης τυχαίνει και είναι παρούσα στην τράπεζα. Κάθεται πίσω και καμαρώνει, δεν την έχω δει ποτέ πιο χαρούμενη. Μέχρι να τελειώσει ο Νίκος τις σπουδές κάθε Φεβρουάριο και Ιούνιο (στις εξετάσεις) κατεβαίνει στην Αθήνα για την κάλυψη των καθημερινών μικρών αναγκών, και από ανησυχία, αφού ο νεαρός έχει νεύρωση στομάχου, που εντείνεται κατά την διάρκεια των διαγωνισμών. Όταν η πίεση της ετοιμασίας το επιτρέπει επισκέπτονται κάποιο θέατρο, την Λυρική Σκηνή ή κάποιο σοβαρό θέαμα.

Τα καλοκαίρια από το 1971 και μετά συνοδεύει τον Μωυσή στα θερμά λουτρά (Ικαρία, Αιδηψός κλπ.) και δοκιμάζει και ορισμένα μικρά ταξιδάκια αναψυχής στην Κρήτη, τη Ρόδο, την Πελοπόννησο.

Περί το 1980, όταν πλέον φθάνει η ώρα η Ανζέλ να απολαύσει τους καρπούς των κόπων της, ο καλός Θεός της στέλνει την τελευταία δοκιμασία. Την χρόνια αρώστεια. Αλλά και τώρα στέκεται στο ύψος της, υπομένει με υπερηφάνεια, καρτερία και αξιοπρέπεια μέχρι την τελευταία μέρα, που έσβησε ήρεμα σαν καντυλάκι, και φάνταζε στο φέρετρο 30 χρόνια νεώτερη και ευτυχισμένη, που γυρνούσε σ΄Αυτόν που την έστηλε στη γη. Γιατί η Ανζέλ δεν ήταν μία γυναίκα της εποχής μας. Ήταν ένας άγγελος, που ήρθε από τον ουρανό κοντά μας, πόνεσε, υπέφερε, κοπίασε, μοίρασε αγάπη και προκοπή και γύρισε εκεί που της πρέπει.